Τρίτη 19 Ιουλίου 2022

Η Βασιλική στο Κράνειο (Αρχαίας) Κορίνθου

1. Ιστορικά στοιχεία

Το Κράνειο ήταν προάστιο της Κορίνθου νοτιοανατολικά της ρωμαϊκής Αγοράς εντός των κλασικών τειχών. Ήταν φημισμένο καθ’ όλη τη διάρκεια της Δωρικής Κορίνθου για τις πολυτελείς κατοικίες, την Αγορά, το γυμνάσιο και την πλούσια βλάστησή του και ήταν συνδεδεμένο με τη ζωή και τον θάνατο του Διογένους του Κυνικού. Κατά την ρωμαϊκή εποχή το προάστιο διατήρησε τα ελληνικά ταφικά μνημεία, πιθανώς τους ναούς και τα Iερά. Ανηγέρθησαν μεγάλες και πολυτελείς κατοικίες και πολλά μνημεία- ταφές πέρα από τα άστικά όρια της πόλης. Αναφορές για το Κράνειο απαντώνται σε πολλούς συγγραφείς, όπως στον Θεόφραστο, τον Ξενοφώντα, τον Αθήναιο, τον Πλούταρχο, τον Διογένη Λαέρτιο και τον Παυσανία. Την περιοχή κοσμούσε το τέμενος του Βελλεροφόντη, ο ναός της Αφροδίτης της Μελαινίδος, ο τάφος της Λαΐδας και ο τάφος του Διογένους από τη Σινώπη. 

Εικ.1 Αεροφωτογραφία βασιλικής στο Κράνειο (Πηγή Google Earth)

Το 1928 οι Αμερικανοί αρχαιολόγοι Carpenter και De Waele αποκάλυψαν τα υπολείμματα μιας μεγάλης καλοκτισμένης βασιλικής (Εικ.1) στον δρόμο που οδηγούσε από τη ρωμαϊκή Αγορά στις Κεγχρεές, δυτικά της λεγόμενης Κεγχρεατικής Πύλης. Η βασιλική βρισκόταν εντός των κλασικών τειχών και ακριβώς έξω από το τείχος της Πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Ο Παυσανίας έφθασε στο κέντρο της Κορίνθου από το λιμάνι των Κεγχρεών ακολουθώντας αυτόν τον δρόμο. Τον ίδιο δρόμο διέσχισε ο Απόστολος Παύλος ερχόμενος από το λιμάνι των Κεγχρεών προς την Αγορά της Κορίνθου και αντιστρόφως κατά την αναχώρησή του.

Τα έτη 1929 και 1930 έγινε συστηματική ανασκαφή, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύτηκαν αργότερα από τον J. Shelley και από τον J. De Waele, στο περιοδικό Hesperia (1943). Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν το 1957 από τον Πάλλα και ολοκληρώθηκαν από τον ίδιον μετά από διάλειμμα πολλών ετών το 1973.

Εικ.3 Κάτοψη βασιλικής στο Κράνειο (Πηγή Πάλλας)

Κατά την ανασκαφή ήλθαν στο φως, μεταξύ άλλων, και οικογενειακά μαυσωλεία με πολυτελείς νεκρικούς θαλάμους κτισμένους στη νότια και βόρεια πλευρά της βασιλικής. Φαίνεται ότι η βασιλική αυτή η οποία κτίστηκε ως μαρτύριο εξακολούθησε να χρησιμοποιείται παράλληλα και ως κοιμητηριακή βασιλική και αποτέλεσε τόπο ταφής πλουσίων και ευσεβών Κορινθίων.

Στη θέση της βασιλικής από τους ελληνιστικούς χρόνους υπήρχε νεκροταφείο το οποίο παρέμεινε ενεργό και κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η ανεύρεση πολλών κατεργασμένων πωρολίθων μικρών διαστάσεων με τετράγωνη ή ρομβοειδή μορφή, και δομικά στοιχεία που παραπέμπουν στο opus reticularum, παρέχει σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη στην περιοχή ρωμαϊκών μαυσωλείων.

Εικ.3 Θέση βασιλικής στο Κράνειο ως προς το Ρωμαϊκό Σχέδιο πόλης κατά D. Romano (Πηγή Απόστολος Ε. Παπαφωτίου)

2. Περιγραφή: Τυπολογία- διαστάσεις βασιλικής

Πρόκειται για μια τρίκλιτη, ελληνιστική ξυλόστεγη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος ισοπλατές με το κύριο σώμα, η οποία απολήγει ανατολικά σε εξέχουσα ημικυκλική αψίδα.Το σχέδιο συμπληρώνεται στο δυτικό άκρο με ισοπλατή νάρθηκα και πέραν αυτού με τετράστωο αίθριο το οποίο διαθέτει εσωτερική αυλή. Κατά μήκος της βόρειας πλευράς του αιθρίου, του νάρθηκα και εν μέρει της βασιλικής είναι προσαρτημένοι ταφικοί θάλαμοι και προσκτίσματα, όπως προσκολλώνται ταφικοί θάλαμοι και στο τρίκογχο κατά μήκος της νότιας πλευράς του νάρθηκα και εν μέρει της βασιλικής. Το εξωτερικό πλάτος ανέρχεται σε 23,30μ., το εξωτερικό μήκος της, συμπεριλαμβανομένων της αψίδας και του νάρθηκα σε L = 63,20μ. και το συνολικό εμβαδόν σε Ε=1360,0τ.μ. Στη νότια εξωτερική πλευρά της και καθ’ όλο το μήκος της είχε κατασκευασθεί μεγάλος ορθογώνιος περίβολος με δωμάτια στο περίγραμμά του. Ο ναός δεν διέθετε υπερώα, ενώ είναι αξιοσημείωτο το φέρον σύστημα που αποτελούνταν από πεσσούς (pilae) μεγάλων διαστάσεων και ελαχίστους κίονες. Φαίνεται ότι για κάποιο λόγο εφαρμόστηκε ένα συντηρητικό σχέδιο με ογκώδεις πεσσούς που έδιναν βαριά εντύπωση στον χώρο, σε αντίθεση με τη λεπτότητα του τρικόγχου και τον πλούτο των τάφων. 

Εικ.4 Τρόπος κατασκευή τόξων (Πηγή Απόστολος Ε. Παπαφωτίου)

3. Βαπτιστήριο

Βορειοδυτικά του ναού και εκτός αυτού, με άξονα παράλληλο προς τον άξονά του, βρέθηκε ο κύριος χώρος του βαπτιστηρίου (Εικ.5) ενιαίος και σύγχρονος με τη βασιλική αποτελούμενος από τρία κλίτη-χώρους συνδεδεμένους οργανικά μεταξύ τους. Το μεσαίο ήταν ευρύτερο των πλαγίων, περατούνταν δε ανατολικά σε αψίδα. Αυτοί ήσαν:

α) χώρος Β το φωτιστήριο, β) ο χώρος Α ο προθάλαμος ή προαύλιος οίκος γ) χώρος Δ το αποδυτήριο δ) χώρος Γ η αίθουσα κατηχήσεων και χρισμάριο.

Το φωτιστήριο εξωτερικών διαστάσεων 15,0x15,0μ. στη συνέχεια ενδιαμέσου ορθογώνιου χώρου του προθαλάμου Α ήταν τρίκλιτο. Στο μέσον του υπήρχε τετράγωνος χώρος με κτιστή οκταγωνική κολυμβήθρα, ο οποίος οριζόταν από τέσσερις πεσσούς σχήματος ταυ. Ανατολικά υπήρχε μεγάλη ημικυκλική, εσωτερικά και εξωτερικά, αψίδα με σημαντικό πάχος αντίστοιχης αυτής του χώρου των κατηχήσεων. Λόγω της ενισχυμένης τοιχοδομής και των γωνιακών πεσσών προκύπτει ότι η αψίδα καλυπτόταν από τεταρτοσφαίριο οπτοπλινθοδομής.

Εικ.5 Κύριο Βαπτιστήριο (Φωτιστήριο) κάτοψη και προοπτικό (Πηγή Πάλλας)

Οι τοίχοι είχαν κατασκευασθεί από αργολιθοδομή πάχους 0,70μ. με παρεμβολή ζωνών ανά τακτά διαστήματα αποτελουμένων από δύο στρώσεις πλίνθων με διαστάσεις 0,31 x 0,31 x 0,04 μ., συνδεομένων με πλούσιο κονίαμα. Ο κεντρικός τετράγωνος χώρος του φωτιστηρίου καλυπτόταν από πυργοεδή υπερυψωμένη ξύλινη στέγη που συνιστά την ιδιομορφία της κατασκευής, ενώ τα κλίτη του φωτιστηρίου γύρω από τον κεντρικό χώρο καλύπτονταν από ξύλινες δίρριχτες στέγες. Παρόμοια ήταν και η στέγη που κάλυπτε το Ιερό Βήμα της βασιλικής του Αγίου Λεωνίδη. Αρχικά είχε διατυπωθεί η άποψη ότι το μεσαίο κλίτος έφερε θόλο ανάμεσα σε δύο καμάρες, ενώ τα πλάγια κλίτη ήταν ξυλόστεγα.

Το φωτιστήριο είχε πρόσβαση στον ανατολικό εξωτερικό χώρο μέσωενός ανοίγματος στο μέσο του νοτίου κλίτους.

4. Χρονολόγηση βασιλικής

Οι ενδείξεις που έχουμε για τη χρονολόγηση της βασιλικής στηρίζονται κυρίως στα νομίσματα τα οποία βρέθηκαν κατά την ανασκαφή στα διάφορα μέρη του μνημείου. Η περιοχή ήταν τόσο πολύ αλλοιωμένη από τις συνεχείς εκσκαφές αρχαιοκαπήλων ώστε κάθε προσπάθεια ακριβούς χρονολόγησης μέσω κεραμικής και νομισμάτων έχει μεγάλη αβεβαιότητα.

1) Ένα νόμισμα που βρέθηκε στο βόρειο άκρο του τοίχου, σχεδόν σε επαφή με το θεμέλιο, μεταξύ του μεσαίου και του δυτικού νεκρικού θαλάμου στο βορειοανατολικό πρόσκτισμα κοπής της βασιλείας του Αναστασίου Α΄ (498-518), είναι ισχυρή ένδειξη ότι η βασιλική δεν είχε κατασκευασθεί πριν το 500 μ.Χ.

2) Ομοίως τα νομισματικά ευρήματα του έτους 1970 είχαν οδηγήσει σε παρόμοια συμπεράσματα.

3) Η ύπαρξη αντηρίδων εξωτερικά των τοίχων του βορειοανατολικού προσκτίσματος οι οποίες δεν είναι οργανικά ενωμένες με τις τοιχοδομές του, μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη ότι κατασκευάσθηκαν μετά από κάποιον σεισμό για ενίσχυση και αφού ήταν σε χρήση και πολύ πιθανόν μετά τον γνωστό σεισμό του 522μ.Χ. Ακόμη δεν πρέπει να αποκλειστεί ότι επεβλήθησαν για τη στήριξη της κάλυψης του προσκτίσματος.

Εικ.6 Προοπτικό εσωτερικού της βασιλικής ορώμενο από ΝΔ κατά Shelley (Πηγή Α.Σ.Κ.Σ. Ανασκαφαί Κορίνθου)

4) Ένα κιονόκρανο κίονα το οποίο χρονολογεί ο Vemi το δεύτερο μισό του 6ου μ.Χ. αιώνα, παρέχει ένδειξη ότι η βασιλική κατασκευάσθηκε αυτό το διάστημα.

5) Κατά τον καθηγητή Πάλλα η βασιλική κατασκευάστηκε την πρώτη εικοσαετία του 6ου μ.Χ. αιώνα.

6) Ο πρώτος ανασκαφέας της βασιλικής Jos. Shelley χρονολογεί την βασιλική τον 5ο μ.Χ. αιώνα, λόγω ομοιοτήτων με άλλες γνωστές βασιλικές αυτής της εποχής. Θεωρεί επίσης ότι η βασιλική καταστράφηκε ή απλώς αφέθηκε να καταρρεύσει με την εισβολή των Αβάρων.

7) Κατά τον αρχαιολόγο Rhys Carpenter η βασιλική κατασκευάσθηκε τους χρόνους του επισκόπου Περιγένη ή του Πέτρου, περίπου την εποχή της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Χαλκηδόνα (451 μ.Χ.).

Είναι βάσιμο λοιπόν να προταθεί η χρονολόγηση της βασιλικής στις δύο δεκαετίες του 6ου μ.Χ. αιώνα. Την ίδια εποχή κατασκευάσθηκε και το βαπτιστήριο το οποίο αποτελεί οργανική ενότητα με αυτή.

Δρ. Απόστολος Ε. Παπαφωτίου

Πολιτικός Μηχανικός Ε.Μ.Π.

Οικονομολόγος Ε.Κ.Π.Α.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2022

Η Βασιλική του Αγίου Λεωνίδη στο λιμάνι Λεχαίου και το Περιβάλλον της

Η περιοχή του λιμένα Λεχαίου ήταν μια μεγάλη έκταση με συγκεχυμένη οργάνωση χώρων, όπου συνέβαιναν συνεχείς λιμενικές και χερσαίες δραστηριότητες. Διακρινόταν από τους πολλούς μετασχηματισμούς του φυσικού περιβάλλοντος και την έντονη δυναμική ποικίλων μεταβολών. Έτσι η προσέγγιση της σχέσης της βασιλικής του Αγίου Λεωνίδη με το περιβάλλον είναι ιδιαίτερα δύσκολη και ενίοτε αυθαίρετη. Κάθε τόπος έχει έναν χαρακτήρα, ένα μείγμα ιδιαιτεροτήτων και πλεονεκτημάτων που τον κάνει μοναδικό και αυτόνομο. Πάνω σε αυτή τη βάση, με στόχο την αξιοποίηση και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις επιχώριες δεσμεύσεις έγιναν επεμβάσεις στο περιβάλλον και ορθώθηκαν οι κατασκευές. Η δυσκολία της κατανόησης της σχέσης αυτής γίνεται μεγαλύτερη, καθόσον η περιοχή δεν έχει ανασκαφεί συστηματικά, και ως εκ τούτου δεν έχει μελετηθεί ολοκληρωμένα. Έτσι με τα λίγα υπάρχοντα στοιχεία προσπαθούμε να την ανιχνεύσουμε.

Εικ.1 Φωτογραφία βασιλικής Αγίου Λεωνίδη από αέρος (Πηγή Ξενικάκης Κώστας)

Κρίσιμο θέμα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον παραμένει όχι μόνο το σχέδιο της γειτονικής βορειοδυτικής λεκάνης του εξωτερικού λιμένα, αλλά και όλος ο λιμένας, εσωτερικός και εξωτερικός. Η ύπαρξη της εξωτερικής λιμενολεκάνης επέβαλλε την κατασκευή δρόμου στη νότια προέκταση του δυτικού μώλου προς την εσωτερική λεκάνη του εσωτερικού λιμένα που θα εξυπηρετούσε και τη βασιλική. Και σε αυτή την περίπτωση η ύπαρξη διώρυγας που συνέδεε τις δύο λιμενολεκάνες θεωρείται ωφέλιμη για την καλή λειτουργία του λιμένα.

Εικ.2 Προοπτικό βασιλικής Αγίου Λεωνίδη από νοτιοδυτικά (Πηγή Παπαφωτίου Απόστολος)

Με την επικράτηση του χριστιανισμού επέρχεται σταδιακά αλλαγή στο αστικό τοπίο της Κορίνθου, στη φυσιογνωμία του τόπου και στο περιβάλλον γενικότερα. Η κύρια χρήση του λιμανιού μετακινείται με σύγχρονη αλλαγή στον χαρακτήρα του δυτικού χώρου. Εκεί δημιουργείται ένα νέο περιβάλλον μέσω της ανέγερσης της βασιλικής που εξέφραζε και συντηρούσε τη χριστιανική πραγματικότητα. Από την εξέταση του χώρου γύρω από τη βασιλική με τα γνωστά στοιχεία δεν προκύπτει μια σαφής εικόνα για τη θέση της και τις σχέσεις της με τις άγνωστες γειτονικές κατασκευές. Το τεράστιο συγκρότημα της βασιλικής είναι λογικό να περιβαλλόταν από όμορφο φυσικό τοπίο και να λούζεται από τη θάλασσα που τη στεφάνωνε από τις τρεις πλευρές και προς την οποία θα έπρεπε να έχει καλή πρόσβαση. Ο χώρος της βασιλικής δεν ήταν κλειστός και απομονωμένος απεναντίας ήταν ανοικτός και ελεύθερος. Η αυλή του ναού ήταν προσβάσιμη σε όσους πήγαιναν να περπατήσουν ή σε όσους μετακινόντουσαν προς και από τα πλοία στο λιμάνι. Από τη μια μεριά προς Βορρά ήταν η θάλασσα, από την άλλη πλευρά προς Νότο ο όγκος του Ακροκορίνθου και οι λεκάνες του εσωτερικού λιμένα. Η βασιλική ανάμεσα στα δύο κύρια στοιχεία της εικόνας της περιοχής, στη θάλασσα και στην πόλη, προσέφερε ιδιαίτερη θέα στον ανοικτό ορίζοντα. Λόγω του μεγάλου ύψους ήταν το πρώτο κτίριο που έβλεπε ο ναυτικός όταν πλησίαζε στο λιμάνι και το τελευταίο όταν έφευγε. Η ομορφιά συμπληρωνόταν με τη θέα των τριών προς την πόλη αναβαθμών, με τους αγρούς, με τα υπάρχοντα κτίρια και τον ναό του Απόλλωνα στην πόλη στον ψηλότερο λόφο (+82.0μ.).

Εικ.3 Αεροφωτογραφία της περιοχής της  βασιλικής Αγίου Λεωνίδη (Πηγή Παπαφωτίου Απόστολος)

Ο κεντρικός δρόμος προς την πόλη, η γνωστή οδός Λεχαίου (cardo maximus), ήταν πολύβουος με συνεχή κίνηση πεζών και οχημάτων. Αλλά και στο λιμάνι, «στο κύμα το ήρεμο» όπως αναφέρει ο Λατίνος ποιητής Προπέρτιος για το Λέχαιο, τα πλοία μετέφεραν συνεχώς ανθρώπους και εμπορεύματα. Γύρω από τη βασιλική δεν υπήρχαν άλλα οικοδομήματα που θα μπορούσαν να περιορίζουν τη θέα. Βόρεια και νότια ήταν η θάλασσα και το εσωτερικό λιμάνι, στα ανατολικά η πιθανή διώρυγα που συνέδεε τον εξωτερικό με τον εσωτερικό λιμένα, ενώ στα δυτικά δεν εντοπίστηκε μέχρι σήμερα κάποια κατασκευή (Εικ.4). Το εσωτερικό λιμάνι, ιδίως η λεκάνη που ήταν κοντά στη βασιλική έφερε σε τμήμα του περιγράμματος κτιστή κρηπίδα ένα είδος προκυμαίας, στην οποία τα πλοία είχαν πρόσβαση. Έτσι η βασιλική ήταν εύκολα προσπελάσιμη και από το εσωτερικό λιμάνι. Το ίδιο μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ίσχυε και για το εξωτερικό λιμάνι, του οποίου ο δυτικός μόλος- πρόβολος βρισκόταν κοντά στον ναό όπου κατά τις ήσυχες ημέρες μπορούσαν να αποβιβασθούν ταξιδιώτες και πιστοί.

Δεν γίνεται σαφές εάν το προϋπάρχον ρωμαϊκό λουτρό επηρέασε τη θέση της κατασκευής. Το ναϊκό συγκρότημα, σε περιφερειακή θέση ως προς το κέντρο της Κορίνθου, ενισχύει την άποψη ότι εκεί είχε δημιουργηθεί μια νέα μορφή αυτοτελούς παραθαλάσσιας κοινότητας κατ’ επέκταση του υπάρχοντος γειτονικού οικισμού νότια του λιμανιού.

Εικ.4 Προοπτικό τμήματος λιμένα από ανατολικά (Πηγή Lechaion Harbour Project, Επεξεργασία Παπαφωτίου Απόστολος))

Το ανθρώπινο αποτύπωμα στον χώρο που βρίσκεται το λιμάνι του Λεχαίου, από την αρχική κατασκευή του τον 7 ο π.Χ. αιώνα μέχρι και τον 7ο μεταχριστιανικό αιώνα και αργότερα υπήρξε συνεχές και ανεξίτηλο.

Η στενή λωρίδα ξηράς δημιουργία τεχνητής επέμβασης από την εποχή του Περίανδρου μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού λιμένα ήταν η θέση που επιλέχθηκε για να κατασκευασθεί η βασιλική.

Μετά από την καταστροφή της Κορίνθου από τους Ρωμαίους, το 146 π.Χ., υπήρξαν ορισμένες μεγάλες οικοδομικές επεμβάσεις στον χώρο: α) από τον Αυτοκράτορα Κλαύδιο στα μέσα του 1ου μ.Χ. αιώνα β) από τον ανθύπατο της Αχαΐας Φλάβιο Ερμογένη τον 4ο μ.Χ. αιώνα και γ) περίπου τον 6ο αιώνα όταν στον εξωτερικό λιμένα κατασκευάστηκε μόλος σημαντικών διαστάσεων περίπου 12x80μ., κάθετος στην ακτογραμμή, στα ανατολικά του υπάρχοντος μόλου σε απόσταση 270.0 μ. από αυτόν.

Με το πέρασμα των χρόνων λόγω της μεγάλης και συνεχούς λειτουργίας του λιμένα, που πολλές περιόδους ήταν πολύ αυξημένη, επεκτάθηκε ο υπάρχων, μικρός, αυτοτελής οικισμός των μονίμων κατοίκων στον ευρύτερο χώρο του λιμανιού και κυρίως νότια για να καλύψει στεγαστικές ανάγκες. ΟΙ κύριες δραστηριότητες των κατοίκων είχαν σχέση με την εξυπηρέτηση του λιμένα, όπως μεταφορές φορτίων, αγαθών, τροφίμων, εισαγωγές, εξαγωγές, αποθήκευση προϊόντων, παροχή υπηρεσιών κ.α.

Εικ.5 Τοπογραφία βασιλικής Αγίου Λεωνίδη σε συνδυασμό με την πρόταση Γεωργιάδη για τον εξωτερικό λιμένα (Πηγή Παπαφωτίου Απόστολος)

Η ύπαρξη οριζοντίων και καθέτων δρόμων στην περιοχή του λιμένα, κατά την πρόταση του D.Romano, που ήταν μέρος του ευρύτερου ρωμαϊκού πολεοδομικού σχεδιασμού της πόλης, ενισχύει την άποψη για την ύπαρξη οικισμού, που μάλλον είχε αρχίσει να αυξάνεται όταν στα μέσα του 1ου μ.Χ. αιώνα κατασκευάστηκαν μεγάλες λιμενικές εγκαταστάσεις, αποθήκες (horrea), κατοικίες, ναοί, τεμένη, χώροι συνάθροισης και ίσως αστικές βασιλικές. Δεν γνωρίζουμε εάν έγινε μερική ή ολική εφαρμογή του ρωμαϊκού πολεοδομικού σχεδίου και πότε υπήρξε επαναπροσδιορισμός του υπάρχοντος χώρου μέσω παρεμβάσεων που διαμόρφωσαν και ανέπτυξαν μεγαλύτερο οικισμό και άλλες παράλληλες χρήσεις. Δεν πρέπει να αγνοούνται αλλοιώσεις ακτογραμμών στην περιοχή, ούτε πιθανές αλλοιώσεις του εδάφους οι οποίες προκλήθηκαν από ανθρώπινες δραστηριότητες, από σεισμούς ή από αναδύσεις και καταδύσεις ξηράς ως αποτελέσματα αυτών. Η γνώση των ανωτέρω φαινομένων θα προκύψει από ολοκληρωμένη διεπιστημονική προσέγγιση. Να σημειωθεί ότι η περιοχή της Κορίνθου έχει πληγεί πολλάκις από καταστρεπτικούς σεισμούς με συνοδά φαινόμενα βυθίσεων ή ανυψώσεων εδαφους, μετατοπίσεις ακτογραμμών και άλλα συνοδά αποτελέσματα. Πρέπει όμως να αναγνωρίζεται η δυνατότητα των κατοίκων να αντιμετωπίζουν διαχρονικά τις φυσικές καταστροφές, να τις αξιοποιούν και να δοκιμάζονται από αυτές.

Εικ.6 Προοπτικό βασιλικής Αγίου Λεωνίδη από βορειοδυτικά (Πηγή Παπαφωτίου Απόστολος)

Η βασιλική του Λεχαίου είχε ύψος ελαφρώς μεγαλύτερο από το διπλάσιο ύψος που είχαν οι λοφίσκοι (15-18μ.), εκατέρωθεν της ανατολικής εισόδου του λιμένα. Οι λοφίσκοι οι οποίοι υπάρχουν και σήμερα σχηματίστηκαν από προϊόντα απόθεσης χαλίκια και ίζημα κατά τη συντήρηση των λεκανών του λιμένα. Δεν είναι γνωστό πότε δημιουργήθηκαν οι χωματισμοί αυτοί και εάν είναι προϊόντα μίας ή πολλών εκσκαφών. Ο σημερινός όγκος των δύο λόφων και των άλλων μικρών επιχώσεων εκτιμάται σε περίπου 300.000 κ.μ., το δε ύψος περίπου στα 15.0μ. Εάν υπολογισθεί και τρίτος λοφίσκος που απεικονίζεται στους βενετσιάνικους χάρτες νότια των υπαρχόντων και δεν υπάρχει σήμερα, τότε ο όγκος εκτιμάται στις 380.000κ.μ.

Το μεγάλο ύψος και ο τεράστιος όγκος της βασιλικής επιβλήθηκε και ανταγωνιστικά από τους πολλούς παγανιστικούς ναούς που υπήρχαν στο λιμάνι, όπως αναφέρει ο Παυσανίας κατά την περιήγησή του στην Κορινθία. Ακόμη έπρεπε να υπερβαίνει σε ύψος τον φάρο που υπήρχε στο νησάκι του εσωτερικού λιμένα ή στην άκρη κάποιου εκ των πολλών μόλων. Επειδή ο οικισμός νότια του λιμανιού που είχε αναπτυχθεί ήταν αρκετά μεγάλος, δεν αποκλείεται να είχε κατασκευασθεί στην περιοχή του λιμανιού και άλλη βασιλική με μικρότερες διαστάσεις. Ο ναός του Αγίου Λεωνίδη πρέπει να συνδυασθεί τόσο με το Νυμφαίο όσο και με το άσκαπτο χριστιανικό κτίριο που βρίσκεται βόρεια του σημερινού ομώνυμου λόφου του ναού του Αγίου Γερασίμου.

 

Δρ. Απόστολος Ε. Παπαφωτίου

Πολιτικός Μηχανικός Ε.Μ.Π.

Οικονομολόγος Ε.Κ.Π.Α.